Μια φορά και ένα καιρό υπήρχε μια χώρα που την έλεγαν Ρημάδα. Την ονόμαζαν έτσι γιατί όποιος ήταν στην εξουσία, είχε καθήκον να την ρημάζει και να προσπαθεί να καταχραστεί όσα περισσότερα μπορούσε χωρίς να βρεθούν στοιχεία ότι το έχει κάνει.
Στην Ρημάδα ο μεγάλος άρχοντας για αρκετά χρόνια ήταν ο Καλοπαιδάκης, άξιος ανιψιός πρώην μεγάλου άρχοντα. Ο Καλοπαιδάκης όλη μέρα έπαιζε με τους βόλους του και μόνο όταν υπήρχε κάτι το τρομερά συνταρακτικό άφην ε το τραπέζι με τις λιχουδιές για να ασχοληθεί. Φυσικά είχε τοποθετήσει εξαιρετικούς συμβούλους-βεζίρηδες σε θέσεις κλειδιά για να χειρίζονται τις υποθέσεις της χώρας.
Ο μεγάλος βεζίρης της χώρας ο Αλογομούρης αφού ξεπούλησε χωρίς να πολυφωνάξει ο λαός την περισσότερη δημόσια περιουσία στο βωμό του εκσυγχρονισμού, είδε με τα λύπης του τα θησαυροφυλάκια να έχουν αδειάσει από τις σπατάλες. Αγοράστηκαν καράβια για την έρημο και υποβρύχια αεροπλάνα χωρίς μηχανές και όπλα και οι μηχανές και τα όπλα αγοράστηκαν ξεχωριστά. Κλείστηκαν συμφωνίες για υποθαλάσσιους δρόμους και για εργοστάσια που θα έφτιαχναν πράσινα άλογα. Αγοράστηκαν φάρμακα για ελέφαντες και καρχαρίες και δόθηκαν στα νοσοκομεία. Εισήχθη τεχνητό αέριο από την μακρινή Πουτινία το οποίο αγοράστηκε πάμφθηνο και χρεώνεται πανάκριβο στους ντόπιους, για να τα κονομάνε οι φίλοι των βεζίρηδων. Αφού λοιπόν όλα τα φιρμάνια ήταν για να κερδίζουν οι βεζίρηδες και οι φίλοι τους το κράτος πήγαινε κατά διαόλου.
Μια μέρα εκεί που ο Καλοπαιδάκης έτρωγε μπακλαβά είδε στην τηλεόραση τον κόσμο να φωνάζει και αναρωτήθηκε τι συμβαίνει. Φώναξε τον μεγάλο βεζίρη τον Αλογομούρη να του πει τι συμβαίνει. Ο βεζίρης του εξήγησε ότι τα θησαυροφυλάκια ήταν άδεια και έπρεπε να βρουν τρόπο να τα γεμίσουν για να δώσουν κάτι και στο λαό.
Μαζεύτηκε όλο το συμβούλιο και αφού έφαγαν και ήπιαν άρχισαν να λένε διάφορες ιδέες. Ο σύμβουλος κ. Μανωλάκης όλο φώναζε ότι δεν συμφωνεί και αφού ήπιε λίγο παραπάνω ξάπλωσε σε ένα οντά και κοιμήθηκε. Ο μεγάλος βεζίρης τότε σκέφτηκε ότι πρέπει να επιβάλουμε κεφαλικό φόρο σε όλο τον λαό. Θα πληρώνουν όλοι σύμφωνα με τα σπίτια τους, τις καμήλες τους, και τα ρούχα που φοράνε. Τότε πετάχτηκε ένας σύμβουλος και είπε ότι δεν είναι δίκαιο γιατί κάποιοι πονηροί έχουν τα σπίτια τους και τις καμήλες σε εξωχώριες εταιρίες και αγοράζουν φτηνά ρούχα και φοράνε και όλο κλέγονται, όπως κάνει και ο βεζίρης Κλεφτοκοτάκης με την γυναίκα του που έχουν κατακλέψει το κράτος αφού δεν φορολογούνται καθόλου. Το τι συνέβη εκείνη την στιγμή δεν περιγράφεται. Πετάχτηκε ο Καλοπαιδάκης όρθιος με τα σιρόπια, από το γαλακτομπούρεκο που έτρωγε, να τρέχουν από το στόμα και κρατώντας ένα μαχαίρι και ένα πιρούνι στα χέρια τα ύψωσε με ορμή και έβγαλε μια κραυγή που έμοιαζε με ΦΡΤ Τ΄Ν Μ΄ ΕΔ ΜΠΡΣΤ Μ΄ Ν Τ΄Ν ΣΚΣΩ (φέρτε τον μου εδώ, μπροστά μου να το σκίσω), γιατί ήταν μπουκωμένος από το γαλακτομπούρεκο.
Ο Κλεφτοκοτάκης αμέσως πήγε μπροστά στον αρχηγό και κλαίγοντας του είπε ότι δεν είχε να φάει, τα παιδάκια του ζητιανεύουν στο δρόμο για να ζήσουν και η γυναίκα του πλένει σκάλες και γι΄ αυτό το έκανε. Τότε ο αρχηγός του είπε ότι θα τιμωρηθεί σκληρά με την ποινή του νταντά που είναι τόσο αυστηρή που μόνο οι βεζίρηδες και οι φίλοι τους μπορούν να υπομένουν. Στην ποινή νταντά αυτός που τιμωρείται πηγαίνει έξι μήνες με ένα χρόνο διακοπές για να ξεκουραστεί και να ξεχαστεί το θέμα του και μετά από το διάστημα αυτό γυρνά φρέσκος ξανά να βοηθήσει τον μεγάλο αρχηγό. Την ίδια ποινή είχε βάλει και στον βεζίρη Απατεωνίδη-Τσιτίδη, στον βεζίρη Κεφαλογραβιεράκη και σε άλλους που δεν θυμάμαι, με μεγάλη επιτυχία από ότι φαίνεται.
Ήσυχος μετά την τρομερή ποινή που επέβαλε ξανακάθισε στα μαξιλάρια ο Καλοπαιδάκης για να τελειώσει με ηρεμία το γαλακτομπούρεκο του. Ο Κλεφτοκοτάκης με δάκρυα στα μάτια έφυγε για τις διακοπές του και ο Μανωλάκης που ξαφνικά ξύπνησε άρχισε να χορεύει και να τραγουδά μια και δεν υπήρχαν πια γελωτοποιοί σε αυτή τη χώρα πια παρά μόνο καραγκιόζηδες.
Υ.Γ. Η ιστορία και τα πρόσωπα είναι φανταστικά
